αἰχμητής

αἰχμ-ητής, οῦ, [dialect] Dor. [suff] αἰχμ-ᾱτάς, , , ([etym.] αἰχμή) poet.,
A spearman, warrior, esp. opp. to archers, Il.2.543, Od.2.19, al., Archil. 119, cj.in Alcm.68,etc.
II In Pi.as Adj.,
1 pointed (or spear-wielding),

αἰ. κεραυνός P.1.5

.
2 warlike,

αἰ. θυμός N.9.37

:—fem. [full] αἴχμητις (sic), EM595.39.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιχμητής — αἰχμητὴς και αἰχμητήρ, ο (Α) [αἰχμή] 1. πολεμιστής που κρατά δόρυ σε αντίθεση προς τον τοξότη 2. ως επίθ. α) αιχμηρός, οξύς β) μαχητικός, φιλοπόλεμος …   Dictionary of Greek

  • αἰχμητής — spearman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμηταῖς — αἰχμητής spearman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμηταί — αἰχμητής spearman masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητοῦ — αἰχμητής spearman masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητᾶ — αἰχμητής spearman masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητᾶο — αἰχμητής spearman masc gen sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητᾷ — αἰχμητής spearman masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητῇ — αἰχμητής spearman masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητῇσι — αἰχμητής spearman masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμητῇσιν — αἰχμητής spearman masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.